Δαυίδ και Γολιάθ: Τα πλατάνια μας, οι σύντροφοι των παιδικών μας ονείρων, δεν υπάρχουν πια

Δαυίδ και Γολιάθ
Φυτεμένα στην άκρη του μεγαλύτερου δρόμου του χωριού, μπροστά από το σπίτι του παππού Αχιλλέα , του γεννήτορά τους στη διάρκεια του μεσοπολέμου τα δυό πλατάνια της γειτονιάς μας.

του Αλέξανδρου Μακρίδη

Έστεκαν μοναχικά σε αντιδιαστολή με το δάσος των πλατάνων που σκιάζει την “καλοκαιρινή” μας εκκλησιά του Αη Γιώργη, στο πάνω χωριό. Το δάσος αυτό, ευτυχώς ακόμη στέκει, υμνήθηκε από τους ευρωπαίους περιηγητές των αρχών του 19ου, Leake και Pougueville, που επισκέφτηκαν το Γριζάνο, σαν τα μεγαλύτερα πλατάνια των Βαλκανίων, στις υπώρειες του βυζαντινού μας κάστρου και πέρασαν στη σφαίρα της αιωνιότητας…
Αντίθετα, τα δικά μας πλατάνια , στις αρχές του κάτω χωριού παρέμειναν αιώνια ταπεινά.
Ήταν τα πλατάνια τα δικά μας, της γειτονιάς μας.

Δίδυμα μα τόσο διαφορετικά. Δίπλα το ένα στο άλλο μια ζωή. Το εγγύτερο στο πατρικό μου, ήταν το μεγαλύτερο. Υψώνονταν προς τον ουρανό αγέρωχο και η σκιά του κάλυπτε τον αδύναμο, μικρό του αδερφό που πάσχιζε να τον ατενίσει.

Ο Γολιάθ και ο Δαυίδ συνυπήρχαν ειρηνικά, αντάμα.

Στη σκιά τους τις καλοκαιρινές σιέστες μαζευόμασταν όλα τα παιδιά της γειτονιάς: ο Μάκης, ο Γιάννης, ο Αποστόλης, ο Αλέκος, ο Πέτρος, ο Βαΐος, κ Κώστας, ο Τάκης η Μπούλα … παιδιά που τα περισσότερα έμεναν πίσω στο δρόμο που ακολουθούσαν οι γονείς τους , αυτόν της μετανάστευσης, έχοντας ως αντίβαρο την αγάπη των παππούδων να τους συνοδεύει.

Πόσες φορές δεν σκαρφαλώσαμε στο Δαυίδ.
Ο Γολιάθ ήταν πανύψηλος για τα πεντάχρονα αλάνια που τα μεσημέρια συνήθιζαν να βάζουν τις γιαγιάδες για ύπνο και να πηδούν από το χαμηλό παραθύρι του σπιτιού τους για να ανταμώσουν στη σκιά των πλατάνων και να καταστρώσουν τα καθημερινά τους σχέδια:
Κολύμπι στο κοντινό ποταμάκι της Γκονούσιας ή εξερεύνηση της κοντινής Λόρσας, του μικρού βουνού με τα πεύκα αντίκρυ από το χωριό. Και τι φως έβλεπες στα λερωμένα πρόσωπά μας όταν γυρίζοντας από τις κοντινές μας περιπέτειες κουβαλούσαμε τα τρόπαιά μας: τσιόνια( σπουργίτια) που ανακαλύπταμε στα κεραμιδιά του Γαλατά , του μοναδικού, ερημωμένου, κτηρίου εκτός του χωριού, ανάμεσα στη Γκονούσια και τη Λόρσα ή όταν μαζεύαμε τις χελώνες και τις βάζαμε στη σειρά κάτω από τη σκιά των πλατάνων μας. Ο καθένας είχε τη δική του και στοιχηματίζαμε ποιά θα ξεκινήσει πρώτη και ποιά θα φτάσει πρώτη στο υποτιθέμενο τέρμα…

Και τα απογεύματα πάλι στα πλατάνια μας αντηχούσαν περισσότερες φωνές. Ήταν οι γιαγιάδες μας που τώρα μας είχαν υπό τη ” στενή” επίβλεψή τους και σχολιάζαν τον καθε περαστικό που ανηφόριζε από το κάτω χωριό προς την πλατεία και το πάνω χωριό: η Ευγενία, η Στεργιάνω, η Ανθούλα, η Αντιγόνη…μαυροφορεμένες γυναίκες που τις έψησε ο λίβας του θεσσαλικού κάμπου και τώρα ” αντρειώναν” τα τέκνα των τέκνων τους που φύγαν για καλύτερη τύχη στη Γερμανία.

Το δάκρυ του παππού Αχιλλέα, του παππού του φίλου μου του Θεμιστοκλή, με στοιχειώνει πολλές φορές: Ένα καλοκαιρινό απόγευμα μια ξαφνική νεροποντή που συνοδεύτηκε από ανέμους δυνατούς τσάκισε τον Γολιάθ και πολλά του κλαδιά παρασύρθηκαν από το χείμαρρο της βροχής.
Και ο παππούς Αχιλλέας, ο γεννήτορας του Γολιάθ και του Δαυίδ να προσπαθεί να περισώσει και να προστατέψει τους αγαπημένους του πλατάνους…
Και σώθηκαν και αντρώθηκαν πάλι.
Και πάλι αντήχησαν παιδικές φωνές στη σκιά τους…
Σίγησαν όμως απότομα ένα καλοκαίρι της δεκαετίας του 80. Όταν στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού και της ασφαλτόστρωσης ο Δαυίδ και ο Γολιάθ γκρεμίστηκαν συθέμελα “προς τέρψιν” της εξέλιξης και της προόδου…
Ευτυχώς ο παππούς Αχιλλέας είχε φύγει νωρίτερα… και δεν αντίκρισε τους “γιους” του να κείτονται στην άκρη του μεγάλου μας δρόμου… Ο Δαυίδ και ο Γολιάθ, οι σύντροφοι των παιδικών μας ονείρων, δεν υπάρχουν πια…