Ποιες μέρες είναι πιο μεταδοτικοί οι ασθενείς με κορωνοϊό

Πότε οι ασθενείς με COVID-19 αγγίζουν τη μέγιστη μεταδοτικότητα, αλλά και πότε παύουν να αποτελούν κίνδυνο μόλυνσης; Επιστήμονες απαντούν στα κρίσιμα αυτά ερωτήματα

Πότε ένας ασθενής με COVID-19 είναι πιθανότερο να μεταδώσει τον ιό; Η Müge Çevik λέκτορας Ιατρικής Ιολογίας στο Πανεπιστήμιο St Andrews και η Antonia Ho λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης σε άρθρο τους στο The Conversation αναφέρονται στην έρευνά τους που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Lancet Microbe, και απαντά στο πότε είναι η κορύφωση της μεταδοτικότητας αλλά και το διάστημα που απαιτείται μέχρι το ιικό φορτίο να μειωθεί αρκετά ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης.

Η επιστημονική ομάδα διερεύνησε τρεις παράγοντες: το ιικό φορτίο, δηλαδή την ποσότητα του ιού στο σώμα και πώς μεταβάλλεται καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στο σώμα, την ιιή απέκκριση (το χρονικό διάστημα που κάποιος αποβάλλει γενετικό υλικό του ιού στο περιβάλλον, το οποίο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα άτομο είναι μολυσματικό) και την απομόνωση του ζωντανού ιού (ένας ακριβέστερος δείκτης μολυσματικότητας ενός ατόμου, καθώς ο ζωντανός ιός απομονώνεται και εξετάζεται εργαστηριακά για τη δυνατότητά του να αναπαραχθεί).

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι το ιιό φορτίο αγγίζει τη μέγιστη τιμή του στον φάρυγγα και τη μύτη, η οποία θεωρείται κύρια πηγή μετάδοσης, κατά τα πρώτα στάδια της νόσησης -πρώτη έως πέμπτη ημέρα-, ακόμη και σε ασθενείς με ήπια συμπτώματα.

Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι το γενετικό υλικό του ιού μπορεί ακόμα να είναι ανιχνεύσιμο στο φαρυγγικό επίχρισμα ή στα κόπρανα για αρκετές εβδομάδες. Ωστόσο, μετά τις εννέα ημέρες από την εκδήλωση των συμπτωμάτων δεν εντοπίστηκε ζωντανός ιός, όπως έδειξαν τα σχετικά δείγματα.

Αν και ορισμένοι ασθενείς με σοβαρές συννοσηρότητες ή με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα (όπως ογκολογικοί ασθενείς σε χημειοθεραπεία) σημείωσαν μεγαλύτερης διάρκειας ιική απέκκριση, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι έχουν μολυνθεί με SARS-CoV-2 είναι πιθανότατο να φτάσουν τη μεγαλύτερη μεταδοτικότητα λίγες ημέρες πριν τα συμπτώματα έως τις επόμενες πέντε ημέρες.

Συγκριτικά με τους κορωνοϊούς που προκάλεσαν τις πανδημίες SARS (Σοβαρό Οξύ Αναπνευστικό Σύνδρομο) και MERS (Οξύ Αναπνευστικό Σύνδρομο της Μέσης Ανατολής), το ιικό φορτίο στον πρώτο κορυφώθηκε στις 10 με 14 ημέρες και στον δεύτερο στις 7 με 10 ημέρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Αυτό, σύμφωνα με τους ερευνητές, εξηγεί γιατί η μετάδοση αυτών των ιών μειώθηκε αποτελεσματικά με τον άμεσο εντοπισμό και απομόνωση με ύποπτα συμπτώματα καθώς επίσης και γιατί είναι τόσο δύσκολο να περιοριστεί η γρήγορη εξάπλωση της COVID-19.

Σύμφωνα με μελέτες που στηρίζονται στην ιχνηλάτηση αλλά και μια πρόσφατη έρευνα, η μεταδοτικότητα είναι υψηλότερη τις πρώτες πέντε ημέρες από την εκδήλωση συμπτωμάτων. Σύμφωνα με μια πρόσφατη μελέτη, η περίοδος της υψηλότερης μολυσματικότητας είναι εντός περίπου πέντε ημερών από την έναρξη των συμπτωμάτων. Μια μελέτη ιχνηλάτησης από την Ταϊβάν και το Ηνωμένο Βασίλειο διαπίστωσε ότι τα περισσότερα άτομα μολύνθηκαν όταν ήλθαν σε επαφή με ασθενή κατά τις πρώτες πέντε μέρες από την εμφάνιση συμπτωμάτων.

Το παραπάνω σημαίνει πως, μέχρι να βγουν τα αποτελέσματα από τεστ κορωνοϊού, η πλέον μολυσματική περίοδος των ασθενών θα έχει παρέλθει. Έτσι, καθίσταται σαφές πως ασθενείς με COVID-19 θα πρέπει να προβαίνουν σε απομόνωση κατ’ οίκον από το πρώτο σύμπτωμα και όχι να αναμένουν τα αποτελέσματα για να δράσουν.

ygeiamou