Πώς διαμορφώνονται οι τιμές καυσίμων ανά την Ελλάδα

Πρωταθλήτριες στην ακρίβεια στην αμόλυβδη 95 οκτανίων αναδεικνύονται οι Κυκλάδες.

Με μεγάλη αγωνία παρακολουθούν οι καταναλωτές τις τιμές των καυσίμων, καθώς η διατήρηση του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι τροφοδοτεί την ακρίβεια και ροκανίζει τα εισοδήματα τους, καθιστώντας τις μετακινήσεις, αλλά και τις αγορές βασικών προϊόντων και υπηρεσιών ακριβότερές.

Τις προηγουμενες ημέρες η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων διαμορφώθηκε στα 2,077 ευρώ ανά λίτρο σε 4.433 πρατήρια, της αμόλυβδης 100 οκτανίων στα 2,292 ευρώ σε 2.829 πρατήρια, του diesel κίνησης στα 2,073 ευρώ σε 4.785 πρατήρια, του υγραερίου κίνησης στα 1,371 ευρώ σε 1.127 πρατήρια και του πετρελαίου θέρμανσης κατ’ οίκον στα 1,809 ευρώ ανά λίτρο σε 1.359 σημεία διάθεσης.

Πρωταθλήτριες στην ακρίβεια στην αμόλυβδη 95 οκτανίων αναδεικνύονται οι Κυκλάδες, όπου η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 2,216 ευρώ ανά λίτρο, ενώ ακολουθούν τα Δωδεκάνησα με 2,150 ευρώ και το Ηράκλειο με 2,127 ευρώ. Στην αμόλυβδη 100 οκτανίων, οι Κυκλάδες εμφανίζουν επίσης την υψηλότερη τιμή πανελλαδικά με 2,419 ευρώ το λίτρο, ενώ ακριβές παραμένουν η Ευρυτανία και τα Δωδεκάνησα. Αντίστοιχα, στο diesel κίνησης η ακριβότερη περιοχή είναι και πάλι οι Κυκλάδες με 2,241 ευρώ ανά λίτρο, επιβεβαιώνοντας την έντονη επιβάρυνση των νησιωτικών περιοχών ενόψει της πασχαλινής εξόδου.

Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες τιμές καταγράφονται κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και σε ηπειρωτικούς νομούς. Η φθηνότερη αμόλυβδη 95 οκτανίων εντοπίζεται στην Πιερία με 2,053 ευρώ ανά λίτρο, ενώ πολύ κοντά κινούνται η Λακωνία και οι Σέρρες. Στην αμόλυβδη 100 οκτανίων, η χαμηλότερη τιμή σημειώνεται στην Πρέβεζα με 2,221 ευρώ το λίτρο, ενώ στο diesel κίνησης η Χίος καταγράφει την πιο χαμηλή τιμή πανελλαδικά στα 2,029 ευρώ ανά λίτρο. Στο υγραέριο κίνησης, η χαμηλότερη μέση τιμή εμφανίζεται στη Σάμο με 1,247 ευρώ ανά λίτρο.

Η άνοδος στις τιμές των καυσίμων δεν περιορίζεται μόνο στο κόστος μετακίνησης των νοικοκυριών, αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, επιβαρύνοντας το τελικό κόστος σχεδόν κάθε προϊόντος που φτάνει στο ράφι. Από τη μεταφορά πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων μέχρι τη διανομή τροφίμων, εμπορευμάτων και καταναλωτικών αγαθών, η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφράζεται σε υψηλότερα μεταφορικά έξοδα για επιχειρήσεις και προμηθευτές. Το αποτέλεσμα είναι οι επιβαρύνσεις αυτές να μετακυλίονται σταδιακά στις τελικές τιμές, εντείνοντας τον πληθωρισμό και ασκώντας πρόσθετη πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, αλλά και στην κυβέρνηση η οποία καλείται να λάβει νέα μέτρα, καθώς οι παρεμβάσεις 300 εκατ. ευρώ που έλαβε αρχικά είναι ήδη παρωχημένες.