Γιατί, βρε πασιόπλο μου;

Γιατί, βρε πασιόπλο μου;

Γιατί

Γιατί τα βαλες με το παγκάκι;

Θα μπορούσες να ζητήσεις από τον καθένα μας σ’ αυτή την ρημαδοπόλη να σου σταθούμε στο άδικο που σε κανε να βγεις απ’ τα ρούχα σου. Να τα βάλουμε μ’ όποιον σ’ έβλαψε.
Μας αναγκάζεις τώρα, τους γονείς, τους παππούδες, τους θειους και τις θειες σου, εσένα, εμένα κι όποιον άλλον κατοικεί εδώ, να το ξαναπληρώσουμε. Κι αυτοί οι καταραμένοι φόροι σ’ αναγκάζουν να πας, να πάτε, να πάμε σεζόν στη Μύκονο, να σας/ να μας “πηδάνε” στα λιοπύρια υπηρετώντας τους ξένους

Ξέρεις, αυτοί, οι ξένοι, απ’ τους φόρους εξοικονομούν παράδες κι έρχονται εδώ, σε μας τους ξύπνιους, να τα ξοδέψουν όμορφα, με αξιοπρέπεια, κάτω απ’ τους ήλιους μας.
Σκέψου το την άλλη φορά που θα σε ταράξουν οι φίλοι κι οι απέναντι σου και, προσπάθησε να κερδίσεις το δίκιο σου ανέξοδα, αξιοπρεπώς, με σεβασμό.

Πρώτα στον εαυτό σου, μετά στους γονείς και τους συγγενείς σου ( γιατί, μπορεί να μην το φαντάζεσαι, όμως όλοι θα την πληρώσουν τη ζημιά), ε, και μετά, σ’ όλη την Όμορφη μικρή μας Πόλη. Που είναι η μόνη που δεν φταίει για τα δικά σου, τα δικά μου και τα δικά της δεινά.

Βιβή Φαρσαλιώτου – Ιατρού