El Greco: Μια μικρή βιοτεχνία που φτιάχνει εξαιρετικής ποιότητας ελληνικό παπούτσι

Η μικρή βιοτεχνία παπουτσιών El Greco είναι από τις πολύ λίγες που συνεχίζουν να παράγουν ελληνικό παπούτσι. Στα 32 χρόνια που υπάρχει έχει περάσει από σκαμπανεβάσματα, μέρες ευημερίας αλλά και μέρες με μεγάλες δυσκολίες, που τις όριζαν οι συνθήκες της κάθε εποχής αλλά και οι συνήθειες του κόσμου. Ο κύριος Τάσος Πατσιούρης, ο άνθρωπος που ξεκίνησε την βιοτεχνία το 1984 συνεργάστηκε με την τότε μεγάλη εταιρία ελληνικών παιχνιδιών για τη δημιουργία μιας σειράς παιδικών παπουτσιών,  και όταν η El Greco έκλεισε, του έμεινε η επωνυμία. «Από τότε έφτιαχνε εξαιρετικό παιδικό παπούτσι αλλά χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να καταλάβουμε πόσο ποιοτικό και ανταγωνιστικό ήταν» λέει ο Δημήτρης Πατσιούρης, ο γιος του, ο οποίος ανέλαβε πριν από μερικά χρόνια την οικογενειακή επιχείρηση. «Ήμουν ο πρώτος που φόρεσε τα παπούτσια που έφτιαχναν. Και μέχρι το 2005 έφτιαχναν μόνο παιδικά. Τη δεκαετία του ’80 η El Greco καθιερώθηκε σαν μία από τις πιο δυνατές και αξιόλογες ελληνικές εταιρίες στην δημιουργία παιδικού παπουτσιού, λόγω ποιότητας και αντοχής. Μετά υπήρξε ένα στάδιο που τα πάντα αντικαταστάθηκαν από τις εισαγωγές γιατί έρχονταν πράγματα που ήταν πολύ πιο φτηνά, έτσι πολλές εταιρίες άρχισαν να έχουν σοβαρά προβλήματα. Το κράτος δεν βοήθησε καθόλου γιατί δεν κράτησε καμία ισορροπία, παράλληλα υπήρξαν και αυξήσεις στους φόρους στις μικρομεσαίες δουλειές οι οποίες ήταν και η ραχοκοκαλιά της Ελλάδας». Η βιοτεχνία για κάποια χρόνια πέρασε δύσκολες μέρες.

Όταν ο Δημήτρης τελείωσε τις σπουδές του αποφάσισε να μπει στη δουλειά, να αναλάβει την επιχείρηση και να προσπαθήσει να την αναστήσει. «Σπούδασα λογιστική στα ΤΕΙ και έψαχνα να δω τι θα κάνω. Σκέφτηκα να ασχοληθώ με αυτό που ξέραμε, να ξεκινήσουμε ξανά, έτσι φτιάξαμε μια πολύ ωραία σειρά με σανδάλια. Ξαναπήραμε μπρος και κρατήσαμε παράλληλα και μια μικρή παραγωγή από παιδικά. Ξεκινήσαμε σιγά-σιγά και τώρα φτιάχνουμε και χειμωνιάτικα γυναικεία, μποτάκια, και λίγα αντρικά. Πήγαν πολύ καλά, άρεσαν και συνεχίσαμε. Όλα είναι δερμάτινα, παπούτσια που φοριούνται, ζεστά και άνετα. Σε αυτό ποντάραμε. Στη συνέχεια άρχισα να φτιάχνω και κοσμήματα και τσάντες από ξύλο και δέρμα επειδή βρήκα δέρματα και υλικά που είχαν περισσέψει από χρόνια παραγωγής, οι δικοί μου δεν πετούσαν ποτέ τίποτα. Ξεκίνησα να φτιάχνω με τα ρετάλια πορτοφολάκια και από το 2008 άρχισα να φτιάχνω και κοσμήματα. Τώρα το έχω εξελίξει, έχουν ένα δικό τους στυλ και πάνε καλά.

Τα παπούτσια, τις τσάντες και τα κοσμήματα μπορεί να τα βρει κανείς στο μαγαζί που βρίσκεται δίπλα ακριβώς στη βιοτεχνία, στον Άγιο Ελευθέριο. «Τα διαθέτουμε σε λιανική στο μαγαζί» λέει, «αλλά έχουμε αρχίσει να κινούμε το ίντερνετ, και να τα δίνουμε σε καταστήματα. Παίρνουμε μέρος σε μια έκθεση που γίνεται στο αεροδρόμιο όπου έρχονται έμποροι από καταστήματα από όλη την Ελλάδα και κάνουν παραγγελίες. Πιο πολύ κινούνται το καλοκαίρι στα νησιά, αρέσουν στους τουρίστες και είναι ανταγωνιστικά προϊόντα. Τα βλέπουν και λίγο σαν σουβενίρ. Οι Έλληνες δεν ξέρουν να αγοράζουν. Περάσαμε μια μεγάλη περίοδο με τα brands, όλοι θέλαμε επώνυμα και έχουμε γίνει λίγο δύσπιστοι. Προσπαθούμε οι τιμές να είναι ανταγωνιστικές ώστε να τα δοκιμάσουν περισσότεροι άνθρωποι. Το κοινό που έχουμε αποκτήσει μένει ευχαριστημένο και ξανάρχεται. Το συγκινητικό είναι ότι παιδάκια που είχαν φορέσει τα παπούτσια τότε, τα παιδικά, και πλέον έχουν γίνει ενήλικες, έχουν κάνει παιδιά και έρχονται και παίρνουν για τα παιδιά τους.

Τα παπούτσια είναι φτιαγμένα στο χέρι από 100% φυσικό δέρμα που είναι βαμμένο με φυτικές βαφές, χωρίς προσθήκες χρωμίου και γενικά όλα τα υλικά μας είναι φυσικά, δεν χρησιμοποιούμε ποτέ δερματίνη και πλαστικά. Συνήθως βγάζουμε μια μικρή σειρά και μετά κάνουμε πιο custom διαδικασίες, οι πελάτες διαλέγουν μόνοι τους τα υλικά και τα χρώματα.  Αυτό ανεβάζει κάπως το κόστος, αλλά είναι μια διαδικασία που μας αρέσει κι εμάς, να παίζουμε με τα χρώματα. Στα χειμωνιάτικα παπούτσια τη σόλα την αγοράζουμε έτοιμη, γιατί αν τη χτίσεις μόνος σου ξεφεύγεις στο κόστος και στο χρόνο που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί κάθε παπούτσι. Εμείς φτιάχνουμε όλο το υπόλοιπο».

Με ξεναγεί στη βιοτεχνία και μου δείχνει την διαδικασία κατασκευής ενός παπουτσιού, από την  ώρα που σχεδιάζει ο πατέρας του το πατρόν και φτιάχνει τα καλούπια, μέχρι το τελικό στάδιο που μπαίνουν τα κορδόνια στα ολοκληρωμένα παπούτσια. Είναι μια μέρα που είναι απαρτία στο εργαστήριο, δουλεύουν και οι πέντε που συμμετέχουν στη διαδικασία παραγωγής, έτσι έχω την ευκαιρία να δω πώς ακριβώς φτιάχνεται ένα παπούτσι.

«Αν δεν είναι μεγάλη η παραγωγή δεν φτιάχνουμε καλούπια» μου εξηγεί ο κύριος Τάσος, «τα δέρματα κόβονται ένα-ένα στο χέρι. Και για τα νέα σχέδια ενημερωνόμαστε από την έκθεση της Ιταλίας. Βλέπουμε τι έρχεται και τα προσαρμόζουμε στην ελληνική αγορά».

Ο Δημήτρης μου δείχνει πώς ράβονται τα κομμένα κομμάτια δέρματος και στη συνέχεια μπαίνουν στο καλαπόδι για να πάρουν το σχήμα του ποδιού.  Αυτό το κάνει ο κύριος Λευτέρης, ο μάστορας που «κράταγε στα πόδια του το Δημήτρη από παιδάκι». «Δουλεύουμε με το χέρι, ακόμα κι αν έχει γίνει τυποποίηση» εξηγεί. «Αυτό απαιτεί μαστόρους, γνώσεις, τεχνική». Μου δείχνει μια μηχανή 60 χρόνων, από τις πρώτες που ήρθαν, μοντέρνα στην εποχή της. «Μετά από εδώ πάει για καρφιά, πάει στον τροχό και μετά γίνεται η συγκόλληση, πάει στην πρέσα και μετά καθαρίζεται η κόλα, τα σημάδια για τα γαζώματα».

«Τα παράτησαν αυτά τα επαγγέλματα» λέει ο κύριος Λευτέρης. «Υπάρχουν σχολές, αλλά μόνο αν καθίσεις δίπλα σε μάστορα μαθαίνεις πώς φτιάχνεις ένα παπούτσι». Και σήμερα είναι ελάχιστοι οι νέοι άνθρωποι που πάνε να μάθουν τη δουλειά. Κάποτε η βιοτεχνία El Greco απασχολούσε 25 άτομα, σήμερα είναι 5 και αν σταματήσουν αυτοί δεν υπάρχουν άνθρωποι για να τους διαδεχτούν. Παλιότερα υπήρχαν πάρα πολλά βυρσοδεψεία που παίρναμε δέρμα, τώρα έχει μείνει ένα, τα δέρματα που δουλεύουμε πια έρχονται κυρίως από την Ιταλία. Έκλεισε ακόμα και το ελληνικό εργαστήριο που έφτιαχνε λεπτά ελληνικά κορδόνια. Πριν από 20 και 30 χρόνια, τη δεκαετία του ’80, υπήρχαν πολύ σύγχρονες μονάδες στην Ελλάδα για την εποχή τους, τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Όλα τα μηχανήματα και η τεχνογνωσία έχουν φύγει, μάστορες δεν υπάρχουν τώρα. Όταν φύγουν κι αυτοί τι θα γίνει; Είναι πάρα πολύ λίγοι από τη νέα γενιά που ξέρουν τι διαδικασία κατασκευής ενός παπουτσιού».

«Ζούμε την καταστροφή του εμπορίου» λέει ο Δημήτρης. «Τα μέτρα που παίρνει το κράτος είναι αποτρεπτικά για έναν νέο επιχειρηματία. Το κακό είναι ότι και οι άνθρωποι μέσα στη μιζέρια τους έχουν χάσει την ουσία και την όρεξη να περιεργαστούν κάτι για να δουν ότι δεν είναι ίδιο με τα υπόλοιπα. Το πρώτο που λένε είναι ‘το έχει ο άλλος πιο φτηνό’. Με πονάει που δεν αναγνωρίζουν τον κόπο. Οι τιμές μας είναι τρομερά ανταγωνιστικές. Όταν ήμουν πιο μικρός μου έλεγαν ‘είναι ακριβό’ και ‘σιγά και τι φτιάχνετε’ και σκεφτόμουν ‘λες να είναι ακριβό αλήθεια;’ Ψάρωνα. Μετά που άρχισα να ταξιδεύω και να βλέπω τις τιμές σε ανάλογα προϊόντα στο εξωτερικό κατάλαβα ότι είναι πολύ λογικές. Οι πιο πολλοί τουρίστες που έρχονται βρίσκουν τα παπούτσια μας πολύ φτηνά.

Το πλάνο μου είναι να στραφώ όσο πιο πολύ γίνεται προς τα έξω. Έχω κάνει κάποιες κινήσεις. Ανοίξαμε ένα μαγαζάκι μέσα σε ένα κρουαζιερόπλοιο και πουλάμε το κλασικό ελληνικό σανδάλι με μαλακό δέρμα και μαξιλαράκι στον πάτο, με έναν ειδικό αφρό εσωτερικά που χρησιμοποιείται για αθλητικά παπούτσια. Πάνε πολύ καλά και τα 30-60 ευρώ φαίνονται στους ξένους πολύ καλή τιμή.

Το κράτος αντί να βοηθήσει σε εξοντώνει. Ο καθένας πολεμάει για τον εαυτό του, έχω μια βιοτεχνία για να επιβιώσω πρώτα από όλα εγώ, αλλά από εκεί και πέρα το ότι γίνονται καλά πράγματα στην Ελλάδα είναι διαφήμιση για τη χώρα».

Φεύγοντας, μου λέει ότι είναι λίγοι αυτοί που μπορούν να καταλάβουν τη δουλειά που χρειάζεται ένα παπούτσι, δεν έχει αντίληψη ο κόσμος τι σημαίνει χειροποίητο. «Ήρθε μια κοπέλα πριν από μερικές μέρες, είδε ένα παπούτσι και με ρώτησε αν το έχω σε 39. ‘Δεν το έχουμε, αλλά μπορούμε να το φτιάξουμε’ της είπα. ‘Ok’, μου είπε αυτή ‘να περάσω σε κανένα μισαωράκι;’ Ούτε κουλουράκια να φτιάχναμε».

lifo.gr