19 Μαΐου – Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου

Η 19η Μαΐου αποτελεί ημέρα μνήμης για τις εκατοντάδες χιλιάδες θύματα του Ποντιακού Ελληνισμού και υπενθυμίζει μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες του 20ού αιώνα.

Η Γενοκτονία των Ποντίων παραμένει ένα από τα πιο δραματικά και αιματοβαμμένα κεφάλαια της σύγχρονης ιστορίας του Ελληνισμού. Κάθε χρόνο, στις 19 Μαΐου, η Ελλάδα τιμά τη μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων του Ποντιακού Ελληνισμού, που εξοντώθηκαν κατά την περίοδο 1914-1923 μέσα από εκτοπίσεις, σφαγές, πορείες θανάτου και βίαιους διωγμούς από το καθεστώς των Νεότουρκων και αργότερα των Κεμαλικών.

Η ημερομηνία της 19ης Μαΐου δεν είναι τυχαία. Συνδέεται με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα το 1919, γεγονός που σηματοδότησε την πιο βίαιη φάση των διώξεων εναντίον των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου. Η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία το 1994, καθιερώνοντας την ημέρα αυτή ως επίσημη ημέρα μνήμης.

Ιστορικό πλαίσιο και έναρξη της Γενοκτονίας

Το σχέδιο εξόντωσης των Ελλήνων του Πόντου είχε διαμορφωθεί ήδη από την εποχή των Νεότουρκων. Σύμφωνα με ιστορικές μαρτυρίες, το 1911 στο Συνέδριο του «Κομιτάτου Ένωσις και Πρόοδος» στη Θεσσαλονίκη αποφασίστηκε η “κάθαρση” της Μικράς Ασίας από τις χριστιανικές εθνότητες – ανάμεσά τους και οι Έλληνες του Πόντου. Οι Νεότουρκοι, υπό την ηγεσία των Τριών Πασάδων, εγκαινίασαν έτσι την πρώτη φάση της γενοκτονίας κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918).

Πρώτη φάση (1914-1918): Επιχειρήθηκε η εκρίζωση του ελληνικού πληθυσμού με μεθοδευμένους διωγμούς και εκτοπισμούς. Χιλιάδες άνδρες 15-45 ετών στάλθηκαν στα berühmten «Τάγματα Εργασίας» (τουρκ. amele taburu) – καταναγκαστικά εργατικά τάγματα στα βάθη της Ανατολίας – όπου πολλοί βρήκαν φρικτό θάνατο από πείνα, κακουχίες και βασανιστήρια Αυτή η τακτική έχει χαρακτηριστεί ως «λευκή σφαγή» διότι εξόντωσε μαζικά πληθυσμούς χωρίς μάχη. Παράλληλα, επιβλήθηκαν οικονομικοί και κοινωνικοί περιορισμοί: οι ελληνικές επιχειρήσεις λεηλατήθηκαν, απαγορεύθηκε στους μουσουλμάνους να συνεργάζονται με Έλληνες, ενώ οργανωμένες συμμορίες εξαπέλυσαν επιθέσεις σε ελληνικά χωριά με δολοφονίες, βιασμούς και ληστείες. Μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εκτιμάται ότι περίπου 150.000 Πόντιοι είχαν ήδη χάσει τη ζωή τους στην πρώτη αυτή φάση

Δεύτερη φάση (1919-1923): Μετά την ήττα των Οθωμανών και τη λήξη του πολέμου, φάνηκε ένα πρόσκαιρο τέλος στη βία. Ωστόσο, η ανάπαυλα ήταν σύντομη. Στις 19 Μαΐου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, σηματοδοτώντας την έναρξη της δεύτερης και πιο άγριας φάσης της γενοκτονίας Ο Κεμάλ, αναλαμβάνοντας την ηγεσία του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος, συνέχισε και ενέτεινε τις αγριότητες των Νεοτούρκων. Συνεργάστηκε με διαβόητους αρχηγούς παραστρατιωτικών ομάδων όπως ο Τοπάλ Οσμάν και ο Ίψιζ Ρετζέπ – άνδρες που είχαν διακριθεί ως «σφαγείς» κατά των Αρμενίων λίγα χρόνια νωρίτερα Ο Κεμάλ ανέθεσε ευθέως στον Τοπάλ Οσμάν το έργο της “εκκαθάρισης” του Πόντου από Έλληνες, Αρμένιους και Ασσυρίους, δίνοντάς του πρακτικά απόλυτη εξουσία στην περιοχή της Κερασούντας.

Οι μέθοδοι εξόντωσης κατά τη δεύτερη φάση ήταν αποτρόπαιες: χωριά ολόκληρα ξεκληρίζονταν, με τους κατοίκους τους να οδηγούνται σε σπηλιές όπου είτε κάηκαν ζωντανοί είτε a απο τις κακουχίες.   Οι παρακρατικές ομάδες του Τοπάλ Οσμάν τρομοκρατούσαν την ύπαιθρο ανεξέλεγκτα: όπως περιέγραφε Ευρωπαίος ιεραπόστολος το 1922, «δεν περνάει μέρα ή νύχτα χωρίς να χυθεί αίμα – εισβάλλουν στα σπίτια, αρπάζουν τους άντρες από τις γυναίκες, τα παιδιά από τις μητέρες και πολλές φορές τους πυροβολούν επιτόπου». Οι βιαιοπραγίες ήταν τέτοιας αγριότητας, που ακόμη και μέλη της τοπικής μουσουλμανικής κοινότητας φρίττοντας ζήτησαν από την κυβέρνηση της Άγκυρας να ανακαλέσει τους δολοφόνους. Ο Ατατούρκ τελικά κάλεσε τον Τοπάλ Οσμάν στην Άγκυρα – τον αντάμειψε διορίζοντάς τον προσωπικό του σωματοφύλακα, μέχρι που ο Οσμάν εκτελέστηκε αργότερα όταν στράφηκε εναντίον του ίδιου του Κεμάλ, έχοντας διαπράξει ακόμη και τη δολοφονία βουλευτή που τόλμησε να ασκήσει κριτική.

Παράλληλα, ιδρύθηκαν τα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» (İstiklal Mahkemeleri) σε πόλεις του Πόντου, με σκοπό να δικάζουν με συνοπτικές διαδικασίες όσους Έλληνες θεωρούνταν ύποπτοι αντίστασης. Οι αποφάσεις τους ισοδυναμούσαν σχεδόν πάντα με θανατικές ποινές χωρίς δικαίωμα έφεσης, και οι εκτελέσεις (συνήθως δι’ απαγχονισμού) γίνονταν άμεσα. Μεταξύ των θυμάτων των δικαστηρίων αυτών ήταν εκατοντάδες εξέχοντες Έλληνες της περιοχής – δάσκαλοι των αμερικανικών και ελληνικών σχολείων, ιερείς, προεστοί, ακόμα και όλη η ποδοσφαιρική ομάδα του περίφημου “Ποντιακού Συλλόγου” Μερζιφούντας, που εκτελέστηκε επειδή το όνομά της θεωρήθηκε αρκετό για να κατηγορηθεί ως αυτονομιστική οργάνωση. Ο Κεμάλ ανέθεσε επίσης στον σκληροπυρηνικό στρατηγό Νουρεδδίν πασά την διοίκηση της Κεντρικής Στρατιάς στον Πόντο, για να «εκκαθαρίσει» κάθε εστία αντίστασης. Ο Νουρεδδίν ισοπέδωσε εκατοντάδες ανυπεράσπιστα ελληνικά χωριά, ενώ διακρίθηκε και για το σαδισμό του σε βάρος όσων αντιτάσσονταν στο καθεστώς: αυτός διέταξε, για παράδειγμα, τον φρικτό διαμελισμό ενός Τούρκου δημοσιογράφου που είχε επικρίνει τον Κεμάλ, καθώς και τον δημόσιο λιντσάρισμα του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου το 1922, πριν βάλει φωτιά στη Σμύρνη.

Μέχρι το τέλος του 1923, ο άλλοτε ακμαίος ελληνισμός του Πόντου είχε σχεδόν αφανιστεί. Οι απώλειες υπολογίζονται σε 353.000 ψυχές – περίπου το ήμισυ του προπολεμικού ποντιακού πληθυσμού. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες επιζώντες εκτοπίστηκαν οριστικά στην Ελλάδα στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λωζάνης και της ανταλλαγής πληθυσμών το 1923. Έτσι, η γενοκτονία τερματίστηκε με τον ξεριζωμό των τελευταίων Ποντίων από τις πατρογονικές τους εστίες, ολοκληρώνοντας μια τραγωδία που στοίχισε αμέτρητες ζωές και διέλυσε μια παρουσία αιώνων.

Πώς οργανώθηκαν οι διώξεις

Η περίοδος εκείνη συνέπεσε με τη βαθιά κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την άνοδο του τουρκικού εθνικισμού. Οι Νεότουρκοι, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και την απώλεια μεγάλων εδαφών, αντιμετώπιζαν τις χριστιανικές κοινότητες ως απειλή για τη συνοχή του κράτους.

Το πρώτο μεγάλο κύμα εκτοπίσεων ξεκίνησε το 1915. Χιλιάδες Πόντιοι οδηγήθηκαν βίαια προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, συχνά μέσα στον χειμώνα και χωρίς τροφή ή νερό. Οι πορείες αυτές εξελίχθηκαν σε πραγματικές πορείες θανάτου. Στην επαρχία της Κερασούντας, δεκάδες χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς, ενώ χιλιάδες άνθρωποι πέθαναν καθ’ οδόν προς την Άγκυρα.

Παράλληλα, χιλιάδες άνδρες στάλθηκαν στα περιβόητα «Τάγματα Εργασίας», όπου οι περισσότεροι πέθαναν από κακουχίες, πείνα και εξάντληση.

Η άφιξη του Κεμάλ και η κορύφωση της βίας

Η αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919 θεωρείται σημείο καμπής. Από εκείνη τη στιγμή οι επιθέσεις των άτακτων ομάδων, γνωστών ως «τσέτες», εντάθηκαν δραματικά. Ο Τοπάλ Οσμάν, ένας από τους πιο διαβόητους συνεργάτες του κεμαλικού κινήματος, ανέλαβε επιχειρήσεις μαζικών εκκαθαρίσεων ελληνικών χωριών.

Στη Μπάφρα, χιλιάδες Έλληνες που είχαν βρει καταφύγιο σε εκκλησίες σφαγιάστηκαν ή κάηκαν ζωντανοί. Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, περίπου το 90% του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής εξοντώθηκε ή εκτοπίστηκε.

Την ίδια περίοδο, πολλοί Πόντιοι κατέφυγαν στα βουνά και οργάνωσαν αντάρτικες ομάδες αντίστασης, επιχειρώντας να προστατεύσουν τις οικογένειές τους και τα χωριά τους.

Διεθνής αναγνώριση και διπλωματικές εξελίξεις

Για πολλές δεκαετίες η τραγωδία των Ποντίων έμεινε στο περιθώριο της διεθνούς ιστορικής μνήμης, συχνά επισκιασμένη από άλλες μεγάλες γενοκτονίες του 20ού αιώνα. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1990 και εξής, η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων έχει γίνει αντικείμενο επίμονων προσπαθειών από τον ποντιακό ελληνισμό και την Ελλάδα, οδηγώντας σε σημαντικές εξελίξεις στο διπλωματικό επίπεδο.

Στην ίδια την Ελλάδα, χρειάστηκε να περάσουν 70 χρόνια μέχρι η πολιτεία να τιμήσει επίσημα τη μνήμη των θυμάτων. Το Ελληνικό Κοινοβούλιο το 1994 ανακήρυξε ομόφωνα την 19η Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου». Η ημερομηνία επελέγη συμβολικά επειδή σηματοδοτεί την ημέρα έναρξης της δεύτερης φάσης (19/5/1919, απόβαση Κεμάλ στη Σαμψούντα). Έκτοτε, κάθε χρόνο την ημέρα αυτή πραγματοποιούνται στην Ελλάδα εκδηλώσεις μνήμης και ενημέρωσης.

Σε διεθνές επίπεδο, η Κύπρος ήταν η πρώτη χώρα (μετά την Ελλάδα) που αναγνώρισε επίσημα τη Γενοκτονία των Ποντίων: η Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας ψήφισε σχετικό ψήφισμα στις 19 Μαΐου 1994. Ακολούθησαν άλλες χώρες και οργανισμοί τα επόμενα χρόνια:

  • Αρμενία: Το 2015 η Αρμενική Βουλή αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου (μαζί με εκείνη των Ασσυρίων) ως πράξη αλληλεγγύης, δεδομένης και της ιστορικής κοινής μοίρας των Αρμενίων Αξίζει να σημειωθεί ότι η Αρμενία είναι μέχρι σήμερα η μόνη χώρα που έχει αναγνωρίσει όλες τις σφαγές των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας συνολικά ως Γενοκτονία.

  • Σουηδία: Το σουηδικό Κοινοβούλιο αναγνώρισε τη γενοκτονία των Ποντίων (καθώς και των Αρμενίων και Ασσυρίων) αρχικά το 2010 με οριακή πλειοψηφία και εκ νέου στις 11 Μαρτίου 2021, επαναβεβαιώνοντας την θέση του υπέρ της ιστορικής αλήθειας

  • Ολλανδία: Τον Απρίλιο του 2015, η ολλανδική Βουλή πέρασε ψήφισμα αναγνώρισης της γενοκτονίας των Ποντίων (σε συνδυασμό με τις άλλες γενοκτονίες των χριστιανικών λαών της Ανατολής).

  • Αυστρία: Την ίδια χρονιά (2015), και η Αυστριακή Βουλή ενέταξε σε ψήφισμά της την αναγνώριση των εγκλημάτων κατά των Ελλήνων του Πόντου στο πλαίσιο δήλωσης για τα 100 χρόνια από τις γενοκτονίες.

  • Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS): Το 2007 η σημαντική αυτή ένωση ακαδημαϊκών αναγνώρισε κι αυτή επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και των υπόλοιπων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, δίνοντας βάρος με το επιστημονικό της κύρος στην προσπάθεια διεθνούς ευαισθητοποίησης.

  • Ηνωμένες Πολιτείες (πολιτείες και πόλεις): Αν και σε ομοσπονδιακό επίπεδο οι ΗΠΑ δεν έχουν αναγνωρίσει επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, εντούτοις πολλές πολιτείες το έκαναν με αποφάσεις των νομοθετικών σωμάτων ή διακηρύξεις των κυβερνητών τους. Εννέα αμερικανικές πολιτείες – μεταξύ των οποίων η Νέα Υόρκη (2002), το Νιου Τζέρσεϊ (2002), η Πενσυλβάνια (2003), η Τζόρτζια (2003), η Φλόριντα (2005), η Νότια Ντακότα (2015) κ.ά. – έχουν υιοθετήσει ψηφίσματα μνήμης για τους Ποντίους. Επίσης αρκετές μεγάλες πόλεις του Καναδά (Τορόντο, Μόντρεαλ, Οτάβα κ.ά.) έχουν εκδώσει ανάλογα ψηφίσματα. παρότι ο Καναδάς ως κράτος δεν έχει προβεί σε επίσημη αναγνώριση

  • Αυστραλία: Δύο πολιτείες της Αυστραλίας, η Νέα Νότια Ουαλία (Σίδνεϋ) και η Νότια Αυστραλία, αναγνώρισαν τη γενοκτονία (το 2013 και 2009 αντίστοιχα).  Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 2021 η Ομοσπονδιακή Βουλή της Αυστραλίας συζήτησε για πρώτη φορά το θέμα και ενέκρινε ομόφωνα πρόταση υπέρ της αναγνώρισης των γενοκτονιών των Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων, σε ένα σημαντικό βήμα – αν και η απόφαση αυτή είχε συμβολικό χαρακτήρα χωρίς (ακόμα) νομοθετική δεσμευτικότητα.

Χώρα / Οντότητα Έτος Αναγνώρισης Μορφή Αναγνώρισης
Ελλάδα 1994 Ψήφισμα Βουλής & επίσημη εθνική ημέρα μνήμης (19 Μαΐου)
Κύπρος 1994 Ψήφισμα Βουλής
Αρμενία 2015 Κοινοβουλευτικό ψήφισμα
Σουηδία 2010 / 2021 Ψήφισμα Κοινοβουλίου (2 φορές)
Ολλανδία 2015 Ψήφισμα Κοινοβουλίου
Αυστρία 2015 Ψήφισμα Κοινοβουλίου
ΗΠΑ (πολιτείες) 2002–2015 Ψηφίσματα πολιτειών
Καναδάς (πόλεις) 2010–2022 Δημοτικά ψηφίσματα
Αυστραλία (πολιτείες) 2009 / 2013 Ψηφίσματα πολιτειών
Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS) 2007 Ακαδημαϊκή αναγνώριση

Γιατί η μνήμη παραμένει ζωντανή

Για τους απογόνους των Ποντίων, η 19η Μαΐου δεν αποτελεί μόνο μία ιστορική υπενθύμιση αλλά και στοιχείο συλλογικής ταυτότητας. Οι ιστορίες των ξεριζωμένων οικογενειών, οι μαρτυρίες επιζώντων και η διατήρηση της ποντιακής παράδοσης κρατούν ζωντανή τη μνήμη ενός πληθυσμού που έχασε τις πατρίδες του αλλά όχι την ιστορική του συνείδηση.

Σε ολόκληρη την Ελλάδα πραγματοποιούνται κάθε χρόνο εκδηλώσεις μνήμης, επιμνημόσυνες δεήσεις, πορείες και πολιτιστικές δράσεις, με κεντρικό μήνυμα ότι η ιστορική μνήμη δεν πρέπει να σβήσει.]